Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Ο Μαχμούτ

Ο Μαχμούτ
Ήταν δύσκολος. Πραγματικά. Σαν σε μανία κυκλοφορούσε ανάμεσα στις ομάδες των παιδιών που αφοσιωμένα ζωγράφιζαν πάνω στα χαρτιά τους και τους άρπαζε τους μαρκαδόρους, τα χτύπαγε, τους τράβαγε τα μαλλιά.
Και έκλαιγε. Άρπαζε και έκλαιγε. Άρπαζε και έκλαιγε.
Τα μικρά τετράχρονα δάχτυλά του ξεχείλιζαν από μαρκαδόρους και ξυλομπογιές και στο πέρασμά του έκανε τα κοριτσάκια να κλαίνε για τις χαμένες μπογιές και τις ζωγραφιές που εκδικητικά τους βεβήλωνε. Προσπαθούσαμε όλοι στην ομάδα να τον συνετίσουμε. Μάταια. Αχόρταγος, βίαιος και εκδικητικός, άρπαζε και έκλαιγε. Άρπαζε και έκλαιγε.
Όταν άρπαξε και το γεμάτο με μπογιές κουτί που χρησιμοποιούσε μια ομάδα και έκατσε πεισματικά πάνω του για να αποτρέψει με το σώμα του όποιον θα ήθελε να του το πάρει, τότε αποφάσισα να τον πλησιάσω.
Έκατσα στο πάτωμα δίπλα του και αποφασιστικά του πήρα το κουτί για να το βάλω πάλι στο κέντρο του τραπεζιού για να συνεχίσει την εργασία της η ομάδα.
Έκλαιγε γοερά. Έκλαιγε με απόγνωση και άπλωνε με επιμονή τα χέρια για να αρπάξει τους μαρκαδόρους από τα χέρια των άλλων παιδιών.
Επέμεινα στα απαγορευτικά “όρια” το ίδιο επίμονη κι εγώ σαν και εκείνον. Αντί να του δώσω το κουτί που απαιτούσε, άπλωσα ένα χαρτί μπροστά του και έβαλα ένα μαρκαδόρο στο χέρι του. Άρχισα να ζωγραφίζω φατσούλες με έναν άλλο μαρκαδόρο. Κάθε γκριμάτσα που σχεδίαζα την έκανα κιόλας με το πρόσωπό μου με έντονο τρόπο, σαν αρλεκίνος, λίγα εκατοστά από το πρόσωπο του Μαχμούτ.
Είχε ένα εύρωστο προσωπάκι, αφημένο, σκονισμένο και βρώμικο. Κάτι σημάδια και κάτι σαν έκζεμα κάλυπταν τα μάγουλά του. Ένα αγρίμι.
Και τότε είδα τα μάτια του. Μάτια μεγάλου άντρα, πονεμένα. Στερημένα. Ματαιωμένα.
Μέσα στα δάκρυα της στέρησης είδα ένα παιδί που προσπαθούσε να γαντζωθεί από μερικά πλαστικά χρωματιστά αντικείμενα . . Γιατί δεν είχε από κάπου αλλού να πιαστεί.
Επέμεινα στις φατσούλες για να του τραβήξω την προσοχή.
Σε λίγο σταμάτησε να κλαίει. Άρχισε να με κοιτάει στο πρόσωπο. Και μετά και στα μάτια. Και να χαμογελάει. Και μετά από λίγο να ξεκαρδίζεται. Και δειλά δειλά άρχισε με τον μαρκαδόρο που μέχρι εκείνη την ώρα έσφιγγε στις παλάμες τους, να ζωγραφίζει κι αυτός φατσούλες.
Και κάθε φορά που ζωγράφιζε μια φατσούλα με κοίταζε στα μάτια για να διαπιστώσει εάν εγκρίνω το έργο του. Αν αποδέχομαι το χαμογελαστό του πρόσωπο. Και όταν έπαιρνε την επιβεβαίωσή μου, ξεκαρδιζόταν. Ζωγράφιζε φατσούλες και ξεκαρδιζόταν. Ζωγράφιζε φατσούλες και ξεκαρδιζόταν.
Και αυτή ακριβώς είναι μια πονεμένη και διψασμένη συμπεριφορά που έχω δει να συμβαίνει σε πολλά πονεμένα παιδιά της γης που έχουν βρεθεί στον δρόμο μου και στις τάξεις μου.